σέλλας

σέλλᾱς , σέλλα
seat
fem acc pl
σέλλᾱς , σέλλα
seat
fem gen sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σελλάς — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 500 μ.), στην επαρχία Τριφυλίας του νομού Μεσσηνίας. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (11 τ. χλμ.), στην οποία υπάγεται και ο οικισμός Άνυδρο (υψόμ. 560 μ.). * * * ο, Ν βλ. σελάς …   Dictionary of Greek

  • SCALAE Ferreae — apud Mauritium Στρατηγικ l. 1. ἔχειν δὲ καὶ εἰς τὰς σέλλας σκάλας σιδηρᾶς δύο: e sella equestri pensiles, sunt quos Hieronym. stapedes, Eustathius in Odyss. Α᾿ναβολεῖς vocat, qui et ferreas fuisse docet, cum τὸ σιδήριον exponit. Cum enim, ante… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ζεγγί — το ο αναβολέας* σέλλας, σκάλα ίππευσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. uzengi] …   Dictionary of Greek

  • σέδας — Α (κατά τον Ησύχ.) «καθέδρας [σέλλας]» …   Dictionary of Greek

  • σελάς — και παλ. τ. σελλάς, ο, Ν [σέλ(λ)α] σελ(λ)οποιός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.